Προφίλ

Ιούνιος 1965

Τελευταία μέρα στο σχολείο και η χαρά είναι μεγάλη γιατί αύριο κιόλας θα πάμε στο χωριό.

Είναι όλα έτοιμα. Το OpelKadetCaravan ! του πατέρα μου γεμάτο με τα καλοκαιρινά μας ρούχα, τρόφιμα και δώρα για τους συγγενείς στο χωριό! Στο πίσω κάθισμα υπάρχει χώρος για να κοιμηθεί η μικρή μου αδελφή. Στο εμπρός κάθισμα μικρό φορητό ψυγείο με sandwich, αναψυκτικά και από πάνω… πάγος! Επάνω στην οροφή η σχάρα του αυτοκινήτου τίγκα με καλοκαιρινά πτυσσόμενα έπιπλα για πάσα… χρήση.

Τα ίδια πάντα όπως κάθε καλοκαίρι… τρέχοντας μέχρι τελευταία στιγμή μην ξεχάσουμε κάτι ‘’απαραίτητο’’ όπως έλεγε η μητέρα μου. Η γιαγιά είχε ειδοποιηθεί με το ένα και μοναδικό δημόσιο τηλέφωνο του χωριού που το είχε το σπίτι του γείτονα!

Όταν φτάναμε … χαρά μεγάλη και βασιλική υποδοχή! Πρώτα πρώτα μοιράζονταν τα δώρα στις θείες. Θείους και εξαδέλφες, συνήθως όμορφες καλοκαιρινές ψάθινες τσάντες, κορδέλες και φιόγκοι για τα μαλλιά, υφάσματα, τσιγάρα και σοκολατάκια ‘’μαργαρίτες’’ καθώς και μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ σε όμορφα σιδερένια κουτιά! Ένας – ένας έπαιρνε το δώρο του και μας έφερνε γρήγορα – γρήγορα καρύδια, αμύγδαλα, λάδι, πατάτες και ότι άλλο είχε στο κατώϊ (υπόγειο) του. Το καλύτερο δώρο μας ήταν το φρέσκο ψωμί από τον φούρνο και το τυρί  το φρέσκο στην ‘’τσαντίλα’’ (ύφασμα) από τα πρόβατα. Αφού λέγαμε τα πρώτα νέα άρχιζε το ξεφόρτωμα…

Η κούτα με το γάλα ΝΟΥΝΟΥ, τα μακαρόνια, το ρύζι, τα μπισκότα το αλεύρι κτλ…, ότι ήταν για ψυγείο όπως βούτυρο και καρπούζι… κατέβαινε με το ‘’σίκλο’’(κουβά) στο πηγάδι! Ψωμί, φρυγανιές και ζαχαρωτά στην…  ‘’καπονάρα’’ (σιδερένιο κρεμαστό ντουλάπι). Το σπίτι αν και ήταν καθαρό (τι να σου κάνει μια γιαγιά) την επόμενη αρχίζαμε όλες μαζί να τρίβουμε ‘’με τρινάλ’’ (απορρυπαντικό) πατώματα και πέτρες κα ότι άλλο πατούσαμε με νερό απ’ το πηγάδι!

Τα παλαιά κρεβάτια (κουκέτες)  στρωμένα με σεντόνια αργαλειού  - λίγο σκληρά αλλά τόσο ωραία. Στους τοίχους κρεμασμένα τα κεντήματα από τις γιαγιάδες στα νιάτα τους και στο ερμάρι (συρτάρι) πιάτα και  φλυτζάνια με… Εγγλέζους βασιλείς(τέτοια είχαν τότε ήθελαν δεν ήθελαν). Πόσιμο νερό φέρναμε με τους ‘’μπότιδες’’ (κεραμικά μπουκάλια) από την κεντρική επάνω πηγή κάθε μεσημέρι. Όταν τελείωνε η καθαριότητα βουρ στη θάλασσα! Όλη η αμμουδιά δική μας. Κατέβαιναν γύρω στις έντεκα το πρωΐ και τα παιδιά από τα επάνω χωριά και η παρέα μες στα γέλια και τα παιχνίδια μέσα στην θάλασσα όλη μέρα. Το απόγευμα μπαίναμε στους γύρω κήπους και κλέβαμε με την ησυχία μας όσα αχλάδια, όσα σταφύλια και όσα σύκα θέλαμε μέχρι να σκάσουμε. Ύστερα νύχτωνε και οι μανάδες μας φωνάζανε από παντού να γυρίσουμε σπίτι.

Πέρασαν τα χρόνια ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα και όλα άλλαξαν σιγά-σιγά, εκτός από εμάς που από τότε προσπαθούμε να κρατήσουμε όσα περισσότερα παραδοσιακά στοιχεία μπορούμε.

Όποιος έχει ζήσει αυτήν την όμορφη περίοδο σε αυτό το χωριό (ή αλλού) μπορεί να καταλάβει την αντίθεση της οικογένειάς μου για τις σημερινές καταστροφές του περιβάλλοντος.

Σίγουρα δεν μπορούμε να επιστρέψουμε αλλά τουλάχιστον μπορούμε να προσπαθήσουμε ν διαφυλάξουμε ότι περισσότερο γίνεται. Όχι μόνο στο δικό μας χωριό αλλά σε όλο τον κόσμο.

Αυτό πλέον επιδιώκουμε μέσα από τις αντιλήψεις μας που καταγράφονται και στις ηλεκτρονικές μας σελίδες.

Ελπίζουμε αφ’ ενός να ενημερώσουμε και αφ’ ετέρου να παρασύρουμε όσους περισσότερους γίνεται σε μια ανθρώπινη φυσική ζωή.

 
top